ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Το Μαρκόπουλο καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της Νοτιοανατολικής Αττικής και συναποτελεί με τα Σπάτα, την Παιανία, το Κορωπί και τμήμα της περιοχής Καλυβίων, την κοιλάδα των Μεσογείων, με φυσικές προς ανατολάς διεξόδους τις παράλιες περιοχές Βραυρώνος και Πόρτο – Ράφτη.

Τελευταίες αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή του νέου Ιππικού Κέντρου δείχνουν συνεχή ανθρώπινη παρουσία από την εποχή του «λίθου” μέχρι σήμερα.
Στους «Μυθικούς Χρόνους” υπάρχουν αναφορές για κάμποσα κέντρα διάσπαρτα στη περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου.
Έτσι λοιπόν έχουμε την αναφορά στον Μυρρινούσιο βασιλιά Κόλαινο, τον «Ερμού απόγονο”, να άρχει «προ Κέκροπος” εκεί που σήμερα βρίσκεται η Μερέντα.

Βρίσκουμε την Ιφιγένεια, κατ΄εξοχήν ηρωίδα του «Τρωικού Κύκλου” να τιμάται στο ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος εκεί που σήμερα βρίσκεται η Βραώνα. Βλέπουμε τον αρχιθεωρό Ερυσίχθονα του Κέκροπος να είναι θαμμένος κάπου στον Πρασά του Πόρτο-Ράφτη, ενώ παρακαλουθούμε τον Αγνούσιο κήρυκα Λεώ να ξεκινάει από την περιοχή του σημερινού Ντάγλα και να παρεμβαίνει υπέρ του Θησέως στη διαμάχη του με τους Παλλαντίδες.

Κατά την ιστορική περίοδο, ο Μυρρινούς (σημερινή Μερέντα), οι Πρασιές (Πρασάς ή Μπρασάς), η Στειρία (Ντρίβλια), ο Κύθηρος (Λιγόρι), η Αγγελή (Αγγελίσι), οι Φιλαίδες (Βραώνα), μαζί με το Ιερό της Αρτέμιδος στη Βραώνα, ήσαν οι Δήμοι που βρίσκονταν στη σημερινή περιοχή Μαρκοπούλου, όπου μαζί με τους άλλους 168 «Κλεισθένιους Δήμους” συναποτέλεσαν την Αθηναϊκή επικράτεια κατά την εποχή της κοσμοκρατορίας των Αθηνών.

Μία πλειάδα επιφανών ανδρών έλκουν την καταγωγήν από τους προαναφερθέντες Δήμους. Από τον Δήμο Φιλαιδών καταγόταν ο νικητής της μάχης του Μαραθώνος, στρατηγός Μιλτιάδης. Από εκεί επίσης κατάγονταν ο Πεισίστρατος και οι «Πεισιστρατίδες”, Ιππίας και Ίππαρχος.

Από τον Μυρρινούντα κατάγονταν ο Φαίδρος του Πλατωνικού διαλόγου, καθώς και ο Σπεύσιπος, διάδοχος του Πλάτωνος στην αντίστοιχη ακαδημία. Από την Στειρία, τέλος, καταγόταν ο ξακουστός ναύαρχος Θρασύβουλος.
Οι αρχαίοι Δήμοι της περιοχής του σημερινού Μαρκοπούλου παρήκμασαν, μαζί με τους άλλους αθηναϊκούς Δήμους, μετά το απόγειο της δόξας τους – 5ο και 4ο π.χ. αιώνα- καταλήγοντας σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους.

Ο μαρασμός συνεχίστηκε, με αποκορύφωμα τους Βυζαντινούς χρόνους, οπότε καταστράφηκαν ότι είχαν απομείνει από τα αρχαία μνημεία. Η περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου, όπως και ολόκληρη η Αττική, θα χαθεί για τους Βυζαντινούς πολύ πριν την κατάλυση της αυτοκρατορίας από τους Τούρκους. Έτσι λοιπόν τον 13ο αιώνα θα κυριαρχήσουν στο τόπο οι Γάλλοι δούκες Ντε λα Ρός, αφήνοντας παρακαταθήκη δύο μνημεία να σημαδεύουν το πέρασμά τους, τον «Πύργο” της Βραώνας και τον «Πύργο” της Λιάδας.

Ήταν ένας συνδυασμός κάστρου-βίγλας για τον έλεγχο καίριων σημείων των περιοχών όπου βρίσκονταν και την μετάδοση οπτικών μηνυμάτων. Τον 14ο αιώνα, κύριοι της περιοχής θα γίνουν για εβδομήντα χρόνια οι Καταλανοί, επιβάλλοντας την στυγνότερη ίσως τρομοκρατία που είχε ποτέ γνωρίσει η Αττική, ενώ στα τέλη του 14ου και και τον μισό 15ο αιώνα αφέντες του τόπου θα γίνουν οι Φλωρεντίνοι Ατζαγιόλι.

Η επίδραση των τελευταίων υπήρξε καταλυτική για τούτο τον τόπο, αφού είναι εκείνοι που προσκάλεσαν αλβανόφωνα Ηπειρωτικά φύλα, ελληνικής καταγωγής που κατοικούσαν στη μεταξύ όρους Τόμαρου και ποταμού Γενούσου περιοχή της Βορείου Ηπείρου, προκειμένου να εποικίσουν την ερημωμένη τότε Αττική.

Στη περιοχή του σημερινού Μαρκοπούλου εγκαταστάθηκε η φάρα του Γιάννη Μαρκόπουλου, περί το 1420, δημιουργώντας το χωριό «Γιάννη Μαρκόπουλο”, όπως φαίνεται από το Σαντζάκι του Ευρίπου, τουρκικό έγγραφο φορολογικού περιεχομένου του 1506 μ.Χ., στο οποίο καταδεικνύεται πως εκατό χρόνια μετά την πρώτη εγκατάσταση, στο χωριό υπάρχουν 23 εστίες το πλείστον των οποίων κατοικούνται από οικογένειες που φέρουν το επώνυμο Μαρκόπουλος.

Οι φερτοί επομένως Αρβανίτες μαζί με τους λίγους αυτόχθονες δημιούργησαν το σημερινό Μαρκόπουλο.
Το Μαρκόπουλο, μαζί με όλη την Αττική, θα πέσει στα χέρια των Τούρκων το 1456, ακολουθώντας τη τύχη της , στα 400 χρόνια του Τούρκικου ζυγού.Στην επανάσταση του 1821 μετείχαν πάνω από 35 Μαρκοπουλιώτες (από τα μέχρι τώρα στοιχεία) που ανήκαν στις οικογένειες : Σουλιώτη, Γκλιάτη, Δημητρίου, Δράκου, Ηλία, Ηλιού, Κόλια, Λούη, Μερκούρη, Μπάρτζη, Ρόκα, Σιδέρη, Στουραίτη, Σωτήρη (Μερκούρη), Τσεβά, Βάθη, Μπότου, Μπούτζη, Ορφανού, Μπούκη, Νικολάκη, Σιδέρη, Πετούρη, Πίντζου, Βαρίκα, Λαζάρου και Τζανοπούλου (ιερέως).

Κυριολεκτικά χαμένη στο παρελθόν, βρίσκεται η δημιουργία μιας συνεταιριστικής κοινοπραξίας γεωργοκτηνοτροφικής μορφής, η διοίκηση της οποίας από το 1831 εμφανίζεται με το όνομα «Κοινοτική Επιτροπή” Μαρκοπούλου. Από το πληρεξούσιο της ίδρυσης του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού που θα γίνει πολύ αργότερα -το 1914- διαβάζουμε:
”Από αμνημονεύτων χρόνων υφίσταται μεταξύ των ιδιοκτητών και κατοίκων Μαρκοπούλου, Κοινοπραξία, ως προς την μίσθωσιν της χορτονομής των εις αυτούς, κατά κυριότητα και κατοχήν, ανηκόντων αγρών……..”

Με τα προεκτεθέντα σαν δεδομένα, βγαίνει το συμπέρασμα πως στο Μαρκόπουλο, οι πόλοι εξουσίας ήσαν ανέκαθεν δύο, συνυπάρχοντες και δρώντες παράλληλα και συμπληρωματικά:
α) Ο εκ της πολιτείας επιβαλλόμενος – αιρετός ή μη – εκάστοτε άρχοντας, (Δημογέροντας, Πρόκριτος, Δήμαρχος, Πρόεδρος Κοινότητος) και
β) Ο επικεφαλής της Κοινοτικής Επιτροπής της Συνιδιοκτησίας, ο οποίος και ασκούσε – μέχρι τη δεκαετία του ΄60 – ουσιαστικότερη εξουσία, λόγω και της οικονομικής ευρωστίας της εν λόγω Συνιδιοκτησίας.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το πλείστον των έργων που έγιναν στο Μαρκόπουλο τους προηγούμενους δύο αιώνες οφείλονται στη χρηματοδότηση από εκείνη τη Συνιδιοκτησία, που από το 1914 με την εμπορική πλέον επωνυμία ”ΜΑΡΚΟ” καθοδηγείτο από τον εμπνευσμένο συμπατριώτη μας δικηγόρο Δημοσθένη Σωτηρίου.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και μέχρι το τέλος της διοίκησης της πατρίδας μας από τον Ιωάννη Καποδίστρια, την εξουσία στο Μαρκόπουλο ασκούσε ο κατ΄ έτος εκλεγόμενος Δημογέροντας. Έχει ευτυχώς διασωθεί έγγραφο με το οποίο ”οι κάτοικοι του χωριού άπαντες” εξέλεξαν έναν επιστάτη Δημογέροντα τον Αναστάς Αποστόλη (Σουλιώτη) για το έτος 1830.
Το 1835 το Μαρκόπουλο γίνεται Δήμος.

Με το διάταγμα της Βαυαρικής Αντιβασιλείας ιδρύεται ο Δήμος Αραφήνος με πρωτεύουσα το Μαρκόπουλο
(ΦΕΚ 17 της 11.11.1835).

Ήταν Δήμος Γ’ τάξεως με 1344 κατοίκους και περιελάμβανε τα χωριά Κουρσαλά (Κορωπί), Βάρη, Νέες Βραώνες, Παλαιές Βραώνες, Σπάτα , Μπάλα, Βρούβα, Βελανδίτσα, Πετρίτσα, Ραφήνα, Ντασύ, Βαθύ Πηγάδι.

Το 1840 βρίσκουμε το Μαρκόπουλο να ανήκει στο Δήμο Κεκρωπίας που προήλθε από τη συνένωση του Δήμου Αραφήνος με το Δήμο Μυρρινούντος (Λιόπεσι), ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Δήμος Κεκρωπίας μετονομάσθηκε σε Δήμο Κρωπίας με έδρα το Κορωπί.

Το 1847 το Μαρκόπουλο γίνεται πρωτεύουσα του Δήμου Κρωπίας με Β. Δ. που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 34 του 1847, ενώ στο Δήμο αυτόν έχουν προσαρτηθεί και οι περιοχές: Δάγλα, Πόρτο – Ράφτη, Άγιος Σπυρίδωνας, Πρασάς, Κουρούνι, Ραφτοπούλα, Βραώνα, Αλυκός, Φλέβες, Πατρόκλου, Ασπρονήσια, Κοκκινονήσια, Πικέρμι.

Έτσι λοιπόν από το 1847 μέχρι την κατάργηση των Δήμων και την επανασύσταση των Κοινοτήτων που έγινε με τον Νόμο ΔΝΖ/1912 του Ελευθερίου Βενιζέλου, το 1914 πρωτεύουσα του Δήμου Κρωπίας ήταν το Μαρκόπουλο.

Μετά από επίπονη αρχειακή έρευνα ανακαλύψαμε ότι κατά την 80ετή περίοδο των Δήμων, δύο Μαρκοπουλιώτες – μέχρι στιγμής – διετέλεσαν Δήμαρχοι Κρωπίας. Ο πρώτος εξελέγη το 1846 και λεγόταν Μήτρου Σωτήρης και ο άλλος, δημαρχεύσας από το 1899 έως και το 1914, ονομαζόταν Δημήτριος Αναστ. Σωτηρίου.

Η προφορική παράδοση αναφέρει πως Δήμαρχος Κρωπίας διετέλεσε και ο Αναγνώστης Πέτρου, ο οποίος και διέθεσε – χάρισε το οικόπεδο επί του οποίου κτίστηκε το Δημαρχείο Κρωπίας στην πλατεία Μαρκοπούλου.
Κατά την περίοδο των Δήμων – 1835 έως 1914 – μπήκαν τα θεμέλια της εξέλιξης του Μαρκοπούλου από πρωτόγονο οικισμό σε σύγχρονο χωριό. Έτσι λοιπόν ανηγέρθη η μητρόπολη του Μαρκοπούλου, Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος με σχέδια Τσίλερ – Ραζή, το Δημαρχιακό μέγαρο, το Πρώτο Δημοτικό, με χορηγία Ανδρέα Συγγρού , ο Σιδηροδρομικός Σταθμός, συστήθηκε ακόμα η αγροφυλακή και η αστυνομία.

Το 1914 το Μαρκόπουλο έγινε Κοινότητα.
Η αλλαγή έγινε με το Β. Δ. 31.08.1912 ΦΕΚ Α262/1912 και περιέλαβε τους οικισμούς: Μαρκόπουλο, Δάγλα, Πόρτο – Ράφτη, Άγιο Σπυρίδωνα, Πρασά, Βραώνα, ενώ από το 1953 το Πόρτο Ράφτη μετονομάσθηκε σε Λιμένα Μεσογαίας.
Πρώτος Πρόεδρος της Κοινότητος Μαρκοπούλου εξελέγη στις 9 Φεβρουαρίου του 1914 ο Γεώργιος Σωτηρίου Νικολάου ο και «γραμματικός” αποκαλούμενος.Ακολούθησαν άλλοι δώδεκα, μέχρι το 1965, οπότε το Μαρκόπουλο ξανάγινε Δήμος.
Είναι οι εξής: Χρήστος Παπασωτηρίου- Παναγιώτης Ι. Κόλιας (Παναγούσης) – Ιωάννης Ευ. Σπυράκος – Αναστάσιος Αθ. Πετούρης – Ιωάννης Ιωαν. Δρίτσας – Θεόδωρος Σπ. Καλοφούτης- Αναστάσιος Γ. Σωτηρίου – Νικόλαος Γ. Μπούκης – Φώτιος Γ. Δρίτσας- Βασίλειος Χ. Σπυράκης – Χρήστος Σ. Αλλαγιάννης – Βασίλειος Σπ. Παπαγιαννάκος.

Kατά την περίοδο των Κοινοτήτων – 1914 έως 1965- εκπονήθηκε και εφαρμόσθηκε το σχέδιο πόλεως Μαρκοπούλου και τμήματος του Πόρτο – Ράφτη, χαράχθηκαν οι περιφερειακές οδοί Μαρκοπούλου κατασκευάσθηκε η οδός Μαρκοπούλου – Πόρτο – Ράφτη, κτίσθηκε το Δεύτερο Δημοτικό Σχολείο, «ήρθαν” το νερό και το ρεύμα, εγκαταστάθηκαν οι αλωνιστικές μηχανές, κατασκευάσθηκε το εργοστάσιο – οινοποιείο «ΜΑΡΚΟ”,περατώθηκε η αγιογράφηση του Αγ. Ιωάννου και μπήκαν οι βάσεις για την μετεξέλιξη του Μαρκοπούλου σε σύγχρονη πόλη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τα περισσότερα από τα προαναφερθέντα έργα έγιναν με χρηματοδότηση από την Συνιδιοκτησία «ΜΑΡΚΟ”.

Τον Φεβρουάριο του 1965 το Μαρκόπουλο έγινε πάλι Δήμος, με το Β. Δ. 4398/30.10.1964, ΦΕΚ 185/1964, και με πρώτο Δήμαρχο τον μέχρι τότε Πρόεδρο της Κοινότητος Βασίλειο Σπ. Παπαγιαννάκο.
Ακολούθησαν άλλοι οκτώ μέχρι σήμερα: Νικόλαος Φωτ. Δρίτσας – Πέτρος Μιχ. Κώνστας- Ιωάννης Παπασωτηρίου – Γρηγόριος Λάσκαρης – Φίλιππος Ιωαν. Ανδρέου – Ιωάννης Γ. Μεθενίτης – Νικόλαος Δημ. Κατσίκης και Φώτιος Χρ. Μαγουλάς. (Σημερινός Δήμαρχος, είναι ο Σωτήρης Ι. Μεθενίτης).

Το Μαρκόπουλο με την υποδειγματική του ρυμοτομία , το Πνευματικό του Κέντρο, την Φιλαρμονική , την Χορωδία, την Δημοτική Βιβλιοθήκη, την Θεατρική Ομάδα, την θέληση των κατοίκων του για πρόοδο και εξέλιξη πορεύεται ήδη στον 21o αιώνα κάτω από οιωνούς πραγματικά άριστους.

Σταμάτης Μεθενίτης


ΤΟ ΠΟΡΤΟ ΡΑΦΤΗ

Tο λιμάνι της Μεσογαίας ήταν πάντα η πύλη της Αττικής προς το Βορειοανατολικό Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο και η σχέση του αυτή μαρτυρείται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά και την Μυθολογία.
Ο Πόντος απετέλεσε την σημαντική πηγή τροφοδοσίας των Αθηνών με σιτάρι και γι’ αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για τους Αθηναίους, οι οποίοι με τις στρατιωτικές τους δυνάμεις φρόντιζαν συνεχώς να έχουν υπό τον έλεγχο τους την θαλάσσια οδό του βορειοανατολικού Αιγαίου, των στενών του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Την σημασία του για το αθηναϊκό κράτος απηχεί και η αθηναϊκή εκδοχή του μύθου των προσφορών (φρεσκοθερισμένα στάχια σιταριού) των Υπερβορείων, κατοίκων της περιοχής όπου βρίσκεται σήμερα η Αγία Πετρούπολη.
Οι προσφορές έφταναν μέχρι τις ελληνικές πόλεις του Εύξεινου Πόντου, από εκεί τις παρελάμβαναν οι Έλληνες που τις μετέφεραν στο ιερό του Δηλίου Απόλλωνα στις Πρασιές και από εκεί οι Αθηναίοι με ειδική τιμητική συνοδεία τις μετέφεραν στη Δήλο.

Στην περιοχή του κόλπου των Πρασιών αναπτύχθηκε στην Πρωτοελλαδική εποχή (3η χιλιετία) μικρός οικισμός στην Πούντα και μεγάλος μυκηναϊκός οικισμός, του οποίου έχει ερευνηθεί το νεκροταφείο, στο ρέμα της Περάτης.
Από τα ευρήματα του νεκροταφείου τεκμηριώνεται η ακμή της περιοχής και η σχέση της με την ανατολική Μεσόγειο.
Στους ιστορικούς χρόνους αναπτύχθηκε στο νότιο τμήμα του ο αρχαίος δήμος των Πρασιών και στο Βόρειο ο δήμος της Στειριάς, όπου πρέπει να ήταν το εμπορικό λιμάνι από το οποίο ξεκινούσε η Στειριακή οδός, η οποία περνώντας μέσα από τους δήμους της Μεσογαίας, οδηγούσε στο Άστυ (την Αθήνα).

Το πλέον διακεκριμένο μνημείο της περιοχής είναι το ιερό του Δηλίου Απόλλωνα στις Πρασιές, όπου γίνεται αρχαιολογική έρευνα. Η λατρεία αρχίζει στους μυκηναϊκούς χρόνους και διαρκεί μέχρι τους πρωτοχριστιανικούς, περίπου 1500 χρόνια. Το σημαντικότερο εύρημα είναι το κεφάλι μαρμάρινου αγάλματος του Απόλλωνα των αρχών του 5ου αιώνα π.Χ.

Στους δύσκολους χρόνους του τέλους του Πελοποννησιακού πολέμου ένας διακεκριμένος Στειριεύς έπαιξε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις στην Αθήνα. Ο στρατηγός Θρασύβουλος, σταθερός υποστηρικτής του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, εργάστηκε για την διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας στο ΒΑ Αιγαίο, συνέβαλε στην κατάλυση της ολιγαρχικού πολιτεύματος και πρωτοστάτησε στην εκδίωξη ίων τριάκοντα τυράννων (403 π.Χ.). Συνέχισε την δράση του ως στρατηγός εναντίον των Σπαρτιατών στις γειτονικές περιοχές της Αττικής και στο Ανατολικό Αιγαίο, όπου και δολοφονήθηκε το 388 πΧ Γνωστές προσωπικότητες ήσαν επίσης ο Αγνών ο Στειριεύς, οικιστής της αθηναϊκής αποικίας της Αμφίπολης, και ο υιός του Θηραμένης, ο οποίος επίσης για πολλά χρόνια ήταν στρατηγός μαζί με τον Θρασύβουλο.

Κατά την ταραγμένη εποχή που ακολούθησε τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αττική συγκρούσθηκαν οι Μακεδόνες με τους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν ζητήσει την βοήθεια του Πτολεμαίου Β’ του Φιλόδελφου, βασιλέως του ελληνικού κράτους της Αιγύπτου . Ο ναύαρχος του Πτολεμαίου Πάτροκλος έχοντας ως ναυτική βάση την Κέα οχύρωσε την Κορώνη (όπως και το Γαϊδουρονήσι στο Σούνιο). Στις ανασκαφές του οχυρού βρέθηκαν πολλά νομίσματα των Πτολεμαίων.
Το τελευταίο μνημείο της αρχαιότητας στην περιοχή του κόλπου είναι το κολοσσιαίο μαρμάρινο άγαλμα καθιστής ντυμένης μορφής (ύψος με το βάθρο του περίπου 4,50 μ.), που έχει στηθεί στο νησί Ράφτης στην είσοδο του κόλπου. Κατ’άλλους είναι άγαλμα του Απόλλωνα των Πρασιών και κατ’ άλλους γυναικείας μορφής (ίσως αυτοκράτειρας). Κατά μερικούς έχει μεταφερθεί εδώ από αλλού κατά τον Μεσαίωνα και τοποθετήθηκε ως σήμα της εισόδου στο λιμάνι.
Κατά τον λαό εικονίζει ράφτη και έδωσε το όνομα στον κόλπο, που αποκαλείται Πόρτο Ράφτης.

O ρόλος του Πόρτο Ράφτη ως εναλλακτικού λιμανιού για την Αθήνα, όταν ο Πειραιάς ήταν αποκλεισμένος από τα εχθρικά πλοία, αντανακλάται στα κείμενα των περιηγητών, από τον ύστερο Μεσαίωνα μέχρι τους νεότερους χρόνους. Παράλληλα, το μυστηριώδες άγαλμα στο νησί Ράφτης κέντριζε την περιέργεια τους, που το 19ο αιώνα εξελίχθηκε σε επιστημονικό ενδιαφέρον.

Ο Niccolo da Martoni, που αποβιβάστηκε στο Πόρτο Ράφτη για να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι την Αθήνα, στα 1395, ήταν ο πρώτος που αναφέρει τα δύο αγάλματα, στο Ράφτη και τη Ραφτοπούλα. Ο da Martoni καταγράφει το θρύλο κατά τον οποίο τα δύο αγάλματα ήταν αντίστοιχα άνδρας και γυναίκα και μαρμάρωσαν ύστερα από παράκληση της γυναίκας στο θεό να τη διαφυλάξει από το διώκτη της.
Προς τα τέλη του 16ου αιώνα, ο επίσης Ιταλός συγγραφέας του θαλασσίου Δρομολογίου (Itinerarum Maritimum) θεωρεί το Πόρτο Ράφτη πολύ ασφαλές αγκυροβόλιο, που χρειάζεται όμως καλό πιλότο εξαιτίας των υφάλων. Για το άγαλμα του «ράφτη” γράφει πως κρατά στα χέρια του ψαλίδι. Ο Γάλλος Andre Georges Guillet (1669), που αντλεί από ταξιδιωτικές περιγραφές άλλων, αναφέρει ότι ο βυθός είναι λασπώδης με φύκια, τα καράβια ρίχνουν άγκυρα σε βάθος 11-13 μ. και το καλύτερο αγκυροβόλιο βρίσκεται κοντά σε μία πολύ χαμηλή νησίδα, μέσα στο λιμάνι.

Στις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις (1794-1796), ο Άγγλος J. Moritt μας πληροφορεί για την εξαφάνιση της «ραφτοπούλας”, την οποία αποδίδει εμμέσως στο Γάλλο υπο-πρόξενο στην Αθήνα και αρχαιοκάπηλο L. Fauvel. To αρχαίο όνομα του οικισμού στο νότιο τμήμα του κόλπου, Πρασιαί, που διατηρήθηκε μεταλλαγμένο σε Πρασάς ή, στα αρβανίτικα, Μπρασά, αναφέρεται από αρκετούς περιηγητές, όπως οι J. Stuart στα 1787, W. Μ. Leake στα 1802, Ε. Dodwell στα 1805 και C. Wordsworth στα 1837. Μερικοί, όπως ο J. C. Hobhouse, πιστεύουν ότι το νησί Ράφτης χρησίμευε παλαιότερα ως φάρος. Ο Γερμανός αρχαιολόγος L. Ross (1834) ήταν ο πρώτος που αντιλήφθηκε σωστά ότι το άγαλμα παρίστανε όχι άνδρα, αλλά γυναίκα, είτε θεότητα, είτε αυτοκράτειρα, είτε τη Ρηγίλλα, σύζυγο του Ηρώδη Αττικού. Άλλοι λόγιοι όμως επέμεναν λανθασμένα να το συνδέουν με τον τάφο του Ερυσίχθονος που αναφέρει ο Παυσανίας.
Ο αρχαιολόγος Η. G. Lolling (1879) που, στο άρθρο του για τις Πρασιές, επισημαίνει λείψανα μώλου μέσα στη θάλασσα, ανάμεσα στον Άγιο Νικόλαο και τον Άγιο Σπυρίδωνα, εκθειάζει τη φυσική ομορφιά του κόλπου, γράφοντας πως είναι από τα ωραιότερα σημεία της αττικής γης.

Στη διάρκεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων (4ος-7ος αι. μ.Χ.) με τη βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο στο απόγειο της, αναπτύσσονται σε πολλές περιοχές του ελλαδικού χώρου παράλιοι οικισμοί οι οποίοι ως επί το πλείστον διαδέχονται τους προϋπάρχοντες στις ίδιες θέσεις αρχαίους δήμους. Τμήματα ενός τέτοιου οικισμού έχουν έλθει στο φως στη βόρεια πλευρά του ευρύχωρου, φυσικού λιμανιού της Μεσογαίας, στη . θέση «Δρίβλια«, όπου τοποθετείται ο αρχαίος δήμος της Στειριάς. Τα ερείπια μιας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής, οργανωμένο νεκροταφείο, δημόσιο κτήριο, (φιλοσοφική σχολή;), λουτρικό συγκρότημα, λείψανα οικιών και σημαντικά κινητά ευρήματα, όπως γλυπτά, νομίσματα, κεραμικά, αντικείμενα μικροτεχνίας είναι ενδεικτικά της ακμής του πρωτοχριστιανικού αυτού οικισμού. Άλλη μια πρώιμη χριστιανική εκκλησία εντοπίσθηκε στο νότιο τμήμα του λιμανιού, στη θέση του ιερού του Απόλλωνα των Πρασιών.

Μετά τη σκοτεινή περίοδο δύο αιώνων (7ος-9ος αι. μ.Χ.) ακολουθεί νέα ακμή και αναγέννηση του βυζαντινού κράτους.
Στη διάρκεια του 10ου και 11ου αι. μ.Χ. το λιμάνι της Μεσογαίας είναι φυσικό να εξυπηρετεί τη ναυσιπλοΐα και τη διακίνηση αγαθών μέσω του ίδιου οδικού άξονα που συνέδεε από την αρχαιότητα την Αθήνα με το δήμο της Στειριάς.

Από το 12ο αι. με τη σταδιακή κατάρρευση της βυζαντινής αυτοκρατορίας και τις συχνές πειρατικές επιδρομές στη Μεσόγειο, πλήττονται ιδιαίτερα οι παράλιες περιοχές. Οι κάτοικοι καταφεύγουν στην ενδοχώρα. Ενδεικτικό των θηκών ανασφάλειας στην περιοχή του λιμανιού της Μεσογαίας, είναι η ανέγερση βυζαντινού ναού της Αγ. Κυριακής στην αθέατη από τη θάλασσα και καλά προστατευμένη θέση «Μοναστήρι” ανατολικά της «Δρίβλιας”.

Από το 13ο αι. οι δυτικοί κυρίαρχοι της Αττικής στην προσπάθεια ελέγχου και προστασίας της περιοχής, κτίζουν σειρά πύργων (Βραώνα, Πόρτο Ράφτη, Δάγλα). Στα όψιμα χρόνια της τουρκοκρατίας ο όρμος του Πόρτο Ράφτη από τα μεγαλύτερα αγκυροβόλια των ανατολικών ακτών της Αττικής, γίνεται το επίνειο του ραγδαία αναπτυσσόμενου από το 18ο αι. Μαρκόπουλου. Οι τρεις γραφικές εκκλησίες του Αγ. Σπυρίδωνα, του Αγ. Νικολάου και της Αγ. Μαρίνας, που στεφανώνουν από βορρά προς νότο το τόξο του λιμανιού σηματοδοτούν την ευσέβεια των κατοίκων, αλλά και το αίσθημα ασφάλειας, που επανήλθε σιγά σιγά στην περιοχή.

Στην ανατολή του εικοστού αιώνα το Πόρτο Ράφτη ήταν ένας ήσυχος όρμος με ένα μικρό οικισμό ψαράδων αποτελούμενο από ελάχιστα σπίτια εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το λιμάνι, καθώς και μερικά μεμονωμένα σπιτάκια διάσπαρτα από τον Άγιο Σπυρίδωνα έως το Αυλάκι.

Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής είχαν ως ασχολία το ψάρεμα ή την καλλιέργεια μποστανιών. Ένας μικρός αριθμός από αυτούς αποτελούσε, μαζί με όσους έρχονταν καθημερινό από το Μαρκόπουλο, την ομάδα των λιμενεργατών οι οποίοι εξυπηρετούσαν τα πλοία που έφταναν στο λιμάνι.

Για το πρώτο μισό -ίσως και περισσότερο- του αιώνα μας το λιμάνι είχε κατ’ εξοχήν εμπορική χρήση, αφού μέσω αυτού έρχονταν σε καθημερινή βάση τα φρέσκα λαχανικό από τα νησιά των Κυκλάδων προκειμένου να τροφοδοτηθεί η Αθήνα.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το Πόρτο Ράφτη υπήρξε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το λιμάνι που χρησιμοποιούσε αποκλειστικά η Βιομηχανία Σιγαρέττων Καβάλας για τον εφοδιασμό του πληθυσμού της πρωτεύουσας με τσιγάρα.

Από τα αρχεία του Δήμου φαίνεται ότι τα δικαιώματα διακίνησης των προϊόντων αποτελούσαν μία από τις αξιολογότερες πηγές εσόδων του Μαρκοπούλου. Το λιμάνι χρησιμοποιούσε και ο συνεταιρισμός ΜΑΡΚΟ για τον εφοδιασμό των νησιών και της Βόρειας Ελλάδας με κρασί και μούστο, καθώς και για τις εξαγωγές των παραπάνω προϊόντων στη Μασσαλία.
Ο Λιμήν Μεσογαίας παραλίγο να αποτελέσει την αφετηρία του σιδηροδρόμου της Αττικής, προτιμήθηκε όμως ο Πειραιάς και έτσι η αρχική σκέψη έμεινε στα χαρτιά.

Οι μεγάλες περιπέτειες της χώρας άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους στο Πόρτο Ράφτη. Από εκεί έφυγαν αυτοί που πύκνωσαν τις τάξεις του ελεύθερου ελληνικού στρατού στη Μέση Ανατολή στα χρόνια της φασιστικής κατοχής και εκεί γύρισαν από το κολαστήριο της Γυάρου, με το οχηματαγωγό «Σκύρος”, οι εξόριστοι αγωνιστές ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών, όταν έπεσε η εφτάχρονη δικτατορία.

Σήμερα ο Λιμήν Μεσογαίας ή Πάνορμος ή Πρασιές ή Πόρτο Ράφτη είναι ένας οικισμός τριών χιλιάδων μονίμων κατοίκων και θέρετρο ογδόντα περίπου χιλιάδων καλοκαιρινών οικιστών.

 

ΚΕΙΜΕΝΑ:
Όλγα Κακαβογιάννη, Ελένη Γκίνη – Τσοφοπούλου,
Γιάννης Βιταλιώτης, Σταμάτης Μεθενίτης, Δημήτρης Μεθενίτης.